Η στρατηγική του Μεγάλου Αλεξάνδρου

 Σε μια σύντομη και συναρπαστική ζωή (356-323 π.Χ.), ο Αλέξανδρος ο Γ’, ο επονομαζόμενος και Μέγας, Βασιλιάς των Μακεδόνων, Ηγεμόνας της «Συμμαχίας της Κορίνθου» των Ελλήνων, Βασιλιάς της Ασίας, μα προπάντων Κύριος του δικού του κράτους, άλλαξε τη ροή της παγκόσμιας ιστορίας. Το κατόρθωσε με ένα μικρό στρατό – λιγότερο από 40.000 στρατιώτες – .

Η ανωτερότητα του Αλέξανδρου στο Επιχειρησιακό επίπεδο δεν θα είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα αν δεν εξυπηρετούσε απόλυτα και το Στρατηγικό Ελιγμό του, δηλαδή το Στρατηγικό του Σχέδιο. Για να αντιληφθούμε πλήρως ποιο ήταν το Στρατηγικό Σχέδιο που ακολούθησε για να καταβάλει τον αντίπαλο, θα πρέπει να εξετάσουμε τους επιμέρους αντικειμενικούς σκοπούς που έθεσε και τελικά επέτυχε.

Στρατιωτική στρατηγική – Στρατηγικός ελιγμός

Ο πρώτος επιμέρους αντικειμενικός σκοπός που έθεσε ήταν η απόκτηση του «θαλασσίου ελέγχου» εξασφαλίζοντας τα νώτα του και συγχρόνως αποστερώντας από τον Δαρείο ένα στρατηγικό πλεονέκτημα. Όσο ο Δαρείος διέθετε ισχυρό στόλο στο Αιγαίο θα μπορούσε σε συνδυασμό με τα χρήματά του να μεταφέρει και πάλι τον πόλεμο στην Ελλάδα, δημιουργώντας εξεγέρσεις εναντίον του Μ. Αλεξάνδρου.

Παρά την αναγνωρισμένη αξία του θαλασσίου ελέγχου στο Αιγαίο, ο Αλέξανδρος μετά την απελευθέρωση της Μιλήτου, διέλυσε τον πολεμικό του στόλο αφού θεωρούσε ότι δεν μπορούσε να κατανικήσει το μισθοφορικό στόλο του Δαρείου, που αποτελούνταν από Φοίνικες και Κύπριους. Επιπλέον, το κόστος διατήρησης του πολεμικού στόλου ήταν δυσβάσταχτο για τα οικονομικά αποθέματα του Μ. Αλεξάνδρου. Ρισκάροντας εύστοχα ότι κατά τη διάρκεια του χειμώνα ο περσικός στόλος θα αδρανούσε, έθεσε ως στόχο, μετά την κατάληψη της Μ. Ασίας, να προλάβει να κινηθεί στα παράλια της Ανατολικής Μεσογείου και να καταλάβει όλες τις πόλεις που ήταν οι ναυτικές βάσεις του περσικού ναυτικού. Έτσι καθώς δεν μπορούσε να ελπίζει ότι θα νικούσε το στόλο σε ναυμαχία, αποφάσισε να τον στραγγαλίσει με το να του αποστερήσει τις βάσεις του[1].

Η παράτολμη όμως τακτική του Αλεξάνδρου λίγο έλλειψε να αποβεί μοιραία αφού, όσο βρισκόταν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας, ο Έλληνας στρατηγός του Δαρείου Μέμνονας είχε ήδη καταλάβει με το στόλο του στρατηγικά σημεία στο Ανατολικό Αιγαίο. Η αντεπίθεση αυτή ήταν τόσο απειλητική που ο Αλέξανδρος διέταξε τον Ηγέλοχο να ξαναδημιουργήσει πολεμικό στόλο καθώς επίσης και τον Αντίπατρο να δραστηριοποιήσει τον δικό του στόλο από τη Μακεδονία. Η ανησυχία όμως δεν κράτησε για πολύ, καθόσον μετά τον ξαφνικό θάνατο του Μέμνονα, ο Δαρείος αποφάσισε να μεταφέρει την κύρια προσπάθειά του στην στεριά.

Μετά τη λανθασμένη αυτή απόφαση του Δαρείου και μετά από τη μάχη στην Ισσό, ο Αλέξανδρος συνέχισε ανενόχλητος την εκστρατεία του καταλαμβάνοντας όλες τις παράκτιες πόλεις τις Ανατολικής Μεσογείου συμπεριλαμβανομένης και της Αιγύπτου. Με αυτόν τον τρόπο ο μισθοφορικός περσικός στόλος παραδόθηκε αμαχητί και οι πλούσιοι σιτοβολώνες της Αιγύπτου έπεσαν στα χέρια του Έλληνα στρατηλάτη, αποστερώντας έτσι τον Δαρείο από μια σημαντική πηγή ισχύος.

Σημαντικός επιμέρους αντικειμενικός σκοπός του Μ. Αλεξάνδρου ήταν, να αποστερήσει το Δαρείο από τη μεγάλη οικονομική ισχύ του περσικού κράτους και να την οικειοποιηθεί ο ίδιος. Αυτόν το σκοπό τον πέτυχε με την άμεση αρπαγή περσικού θησαυροφυλακίου. Συγκεκριμένα, μετά τη νίκη στην Ισσό και ενώ αρχικά ξεκίνησε να καταδιώκει το Δαρείο που τράπηκε σε φυγή, σταμάτησε γρήγορα την καταδίωξη και έστειλε τον Παρμενίωνα στη Δαμασκό για να αρπάξει το τμήμα του περσικού θησαυροφυλακίου που είχε μεταφέρει εκεί ο Δαρείος. Επίσης, μετά από τη μάχη στα Γαυγάμηλα και τη φυγή του Δαρείου στα Εκβάτανα, ο Αλέξανδρος δεν συνέχισε να τον ακολουθεί ώστε να τον συλλάβει και έτσι δικαιωματικά να πάρει το θρόνο της περσικής αυτοκρατορίας. Αντιθέτως συνέχισε Νότια και κατέλαβε τα Σούσα, την Περσέπολη και τις Πασαργάδες. Το αποτέλεσμα ήταν να οικειοποιηθεί το σύνολο του περσικού θησαυροφυλακίου, καθιστώντας το Δαρείο έναν ανήμπορο φυγά που εξαρτιόταν από τη φιλευσπλαχνία των σατραπών του. Έγινε λοιπόν ο οικονομικός κυρίαρχος της Ασίας ενώ ο Δαρείος χρεοκόπησε.

Από τη μέχρι τώρα ανάλυση της Στρατιωτικής Στρατηγικής του Μ. Αλεξάνδρου προκύπτει ότι όλες οι μάχες και εκστρατείες δεν ήταν καθόλου τυχαίες. Είναι προφανές ότι η Στρατηγική του είχε όλα τα χαρακτηριστικά της «Έμμεσης Προσέγγισης»[2], όπως αυτή διατυπώθηκε 2300 χρόνια μετά από τον Liddel Hart.

Το πρώτο παράδειγμα είναι η μάχη του Γρανικού, η οποία ήταν καθαρά άμεση ενέργεια σε επιχειρησιακό επίπεδο μα συγχρόνως και έμμεση ενέργεια σε στρατηγικό επίπεδο. Νίκησε για πρώτη φορά τον εχθρό μέσα στο έδαφός του, καταρρακώνοντας το ηθικό των Περσών και κλονίζοντας την εμπιστοσύνη τους. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που ο Μ. Αλέξανδρος αποφάσισε να επιτεθεί χωρίς καμία χρονοτριβή, παρόλο που η αμυντική θέση των Περσών ήταν πολύ ισχυρή. Τα πράγματα θα ήταν σίγουρα διαφορετικά αν οι Πέρσες είχαν επιλέξει την τακτική υποχώρηση όπως είχε εισηγηθεί ο Έλληνας μισθοφόρος στρατηγός Μέμνονας.

Η συνέχεια της εκστρατείας στη Μ. Ασία και στην Ανατολική Μεσόγειο ήταν επίσης έμμεση ενέργεια αφού δεν αποσκοπούσε στην απ’ ευθείας αντιπαράθεση με το Δαρείο αλλά στην τμηματική αποδυνάμωσή της Περσικής Αυτοκρατορίας από τα στρατηγικά της όπλα, δηλαδή αυτά που θα μπορούσαν να πετύχουν μακροπρόθεσμα τη νίκη στον πόλεμο. Αυτά τα στρατηγικά όπλα ήταν ο ισχυρός στόλος, ο πλούτος της Αιγύπτου, οι πολύ αξιόμαχοι Έλληνες μισθοφόροι και τέλος τα μεγάλα οικονομικά αποθέματα. Έτσι λοιπόν σε τρία μόλις χρόνια, από την άνοιξη του 334 π.Χ έως το καλοκαίρι του 331 π.Χ, πέτυχε την αποδυνάμωση του αντιπάλου και την τελική του εκμηδένιση στα Γαυγάμηλα.

Η μάχη το 326 π.Χ. στον Υδάσπη ποταμό, στο σημερινό Πακιστάν.

Παράδειγμα της στρατηγικής της έμμεσης προσέγγισης σε τακτικό επίπεδο, που ο Αλέξανδρος εφάρμοζε, ήταν η μάχη του Υδάσπη η οποία, προσφέρει τα σημαντικότερα διδάγματα για τον επιδέξιο, έμμεσο τρόπο με τον οποίο προσέγγιζε ο Αλέξανδρος τη μάχη για να υπερνικήσει τον αντίπαλο στον ελιγμό και στον τρόπο σκέψης. Ο Πώρος είχε ελπίσει ότι οι μουσώνες του Μαΐου και η στάθμη του Υδάσπη που ανέβαινε διαρκώς θα καθυστερούσαν την πορεία του Αλέξανδρου και με 30.000 οπλίτες, 5.000 ιππείς, 300 άρματα και 100 ελέφαντες παρατάχθηκε στις όχθες των ορμητικών νερών του ποταμού. Ενώ όσοι πολεμούσαν στην Ασία έκαναν ανακωχή όταν έρχονταν οι μουσώνες, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να επιτεθεί μέσα στο πέπλο της δυνατής βροχής που τύλιγε τους στρατιώτες σε μια ατμόσφαιρα γαλήνης. Δεν το έκανε όμως άμεσα. Καθημερινά τοποθετούσε διάφορα τμήματα του στρατεύματος σε διαφορετικά σημεία της όχθης που εκτεινόταν για αρκετά χιλιόμετρα, για να παραπλανήσει τον Πώρο σχετικά με το σημείο όπου θα έκανε επίθεση. Κάθε μέρα ο μακεδονικός στρατός εκτελούσε πορείες του ιππικού και θορυβώδεις ασκήσεις του πεζικού. Κάθε βράδυ τραγουδούσαν δυνατά όλοι μαζί, χόρευαν με ασυγκράτητο κέφι και έπιναν τεράστιες ποσότητες φτηνού κρασιού. Καμία όμως επίθεση. Ο Πώρος στην άλλη όχθη μετακινούσε κι εκείνος το στρατό, τα άλογα, τα άρματα και τους ελέφαντές του, μιμούμενος τις κινήσεις των Μακεδόνων. Ο στρατός του στην αρχή έγινε νευρικός και μετά χαλάρωσε σε μια νυσταλέα απραξία. Ξαφνικά, μια νύχτα συνέβη. Ο Αλέξανδρος, με ένα επίλεκτο σώμα του ιππικού του, 5.000 άντρες συνολικά, και 10.000 οπλίτες με την κάλυψη που πρόσφεραν τα σκοτεινά σύννεφα και οι ψιχάλες της βροχής, επιτέθηκε περνώντας τον ορμητικό ποταμό και νίκησε τον Πώρο παραπλανώντας τον, τόσο ως προς τον χρόνο, όσο και προς το σημείο επιθέσεως.

Η έμμεσος στρατηγική του

Ο Αλέξανδρος ήταν ένας απόλυτος μονάρχης και επ’ ουδενί υπέρ της δημοκρατίας. Είχε όμως πλήρη επίγνωση ότι ο πέρσης βασιλιάς εξουσίαζε τις ελληνικές πολιτείες στη Μικρά Ασία μέσω φιλικών προς αυτόν ολιγαρχών και τυράννων, που ήταν απεχθείς προς την πλειονότητα των πολιτών, που ήταν δημοκρατικοί. Καθώς αυτοί οι πολίτες ήταν εχθροί της Περσίας, αποφάσισε να τους κάνει φίλους του, προσφέροντας στις ελληνικές πόλεις όχι μόνο την ελευθερία τους από την Περσία αλλά και την αυτοδιάθεση.        Εν συντομία, αποφάσισε να συμμαχήσει με κάθε αντιπερσική μερίδα που συναντούσε ανεξαρτήτως πολιτικής της τοποθέτησης και με τη βοήθεια των συμμάχων του αυτών να δημιουργήσει, ένα εσωτερικό μέτωπο, το οποίο, όσο αυτός προήλαυνε, θα κατέστρεφε σταδιακά το περσικό imperium και θα άφηνε μία φιλική προς αυτόν χώρα στα μετόπισθεν του. Πέραν τούτου, με το να παίρνει με το μέρος του τη μία πόλη μετά την άλλη, ιδίως τις παράκτιες πόλεις, θα στερούσε από τον περσικό στόλο τις βάσεις του και επομένως θα περιόριζε τις ναυτικές επιχειρήσεις εναντίον των θαλάσσιων επικοινωνιών του. Εφεξής η ελευθερία και η αυτοδιάθεση θα γίνονταν οι πυλώνες της πολιτικής του και αυτό είναι το σημαντικότερο δείγμα της εμμέσου στρατηγικής που εφάρμοζε.

Υψηλή στρατηγική – Στρατηγική στο σκοπό της πολιτικής

Η μεγάλη διαφορά του Αλέξανδρου σε σχέση με τους υπόλοιπους στρατηγούς, προγενέστερους και μεταγενέστερους, ήταν η «Υψηλή Στρατηγική» που εφάρμοζε και η οποία αλληλοϋποστηρίζονταν με τη «Στρατιωτική Στρατηγική» του. Αυτή η «Υψηλή Στρατηγική» ήταν η χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων (στρατιωτικών, διπλωματικών, οικονομικών και διοικητικών) για να πετύχει τους πολιτικούς του σκοπούς[3], δηλαδή αυτό που σήμερα ονομάζουμε «Πολιτική».

Η «Υψηλή Στρατηγική» του Μ. Αλεξάνδρου κινήθηκε χρονικά σε τρεις πυλώνες. Αρχικά εκφράσθηκε με τη σταθεροποίηση της Συμμαχίας και του Status Quo στον αμιγώς Ελληνικό χώρο. Στη συνέχεια ως απελευθερωτική κίνηση της Ανατολικής Μεσογείου και τελικά ως προσπάθεια για οικουμενική ενοποίηση αυτού που σήμερα ονομάζουμε εγγύς και μέση ανατολή. Με τους δύο τελευταίους πυλώνες της «Υψηλής Στρατηγικής» του ο Αλέξανδρος, από τα πρώτα στάδια της εκστρατείας, φρόντισε να προλειάνει το έδαφος ώστε όχι απλά να κατακτήσει ευκολότερα τον αντίπαλο αλλά να οικειοποιηθεί το σύνολο της αυτοκρατορίας του.

Η πρώτη πολιτική απόφαση του Μ. Αλεξάνδρου μετά την εξασφάλιση του θρόνου, ήταν η υιοθέτηση της «Έμμεσης Στρατηγικής» για την «εξασφάλιση του διεθνή παράγοντα», πραγματοποιώντας μια αστραπιαία εκστρατεία επίδειξης ισχύος στη Νότιο Ελλάδα. Πολλοί αναλυτές αναφέρουν την εκστρατεία αυτή ως εδραίωση της ηγεμονίας του. Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι οι Πόλεις – Κράτη της Νοτίου Ελλάδος δεν ανήκαν στην επικράτεια του Μ. Αλεξάνδρου και η εθνική συνείδηση των Ελλήνων εξαντλούνταν στα όρια της γενέτειρας πόλης τους. Στην ουσία ήταν περισσότερο πιθανοί μελλοντικοί εχθροί παρά σύμμαχοι.

Τα παραπάνω διαμόρφωναν μία πολύ απειλητική εξωτερική και εσωτερική κατάσταση η οποία ώθησε τους συμβούλους του Αλεξάνδρου να τον συμβουλεύσουν να εγκαταλείψει όλες τις ελληνικές Πόλεις – Κράτη νοτίως της Θεσσαλίας και να εξευμενίσει τους Βόρειους γείτονες. Σε πείσμα όμως των ανωτέρω «λογικών» συμβουλών ο Αλέξανδρος κινήθηκε ταχύτατα Νότια, και με την απλή επίδειξη της στρατιωτικής του ισχύος, πέτυχε να ανακηρυχθεί ισόβιος αρχιστράτηγος της Κορινθιακής Συμμαχίας, πλην της Σπάρτης, χωρίς μάλιστα να δοθεί μάχη.

Όταν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στη Χερσόνησο του Αίμου, οι Ελληνικές Πόλεις – Κράτη ξεσηκώθηκαν και πάλι, υποκινούμενες από τους Πέρσες, η αντίδραση του Αλέξανδρου ήταν αυτή τη φορά επιλεκτική, άμεση και αιματηρή. Οι Θηβαίοι ήταν αυτοί που με την προσβλητική τους στάση έγιναν ο στόχος της παραδειγματικής του τιμωρίας. Στην κατάληψη της πόλης 6.000 Θηβαίοι σκοτώθηκαν και κατόπιν αποφασίστηκε, στην έκτακτη σύνοδο της συμμαχίας πρωτοστατούντων των Πλαταιών, να ισοπεδωθεί η πόλη και όλοι οι κάτοικοι να πουληθούν ως δούλοι[4]. Το αποτέλεσμα επί του ηθικού των υπολοίπων πόλεων ήταν καταλυτικό.

Ο δεύτερος πυλώνας στην υψηλή στρατηγική του Μ. Αλεξάνδρου ήταν η επιτυχής εμφάνισή του ως απελευθερωτής από τον περσικό ζυγό. Κάτι τέτοιο θα ήταν απόλυτα φυσιολογικό αν εφαρμοζόταν μόνο απέναντι στις Ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας. Αντιθέτως όμως, εφαρμόσθηκε καθολικά σε όλη την εκστρατεία της Ανατ. Μεσογείου, ακόμα και σε μη Ελληνικές πόλεις. Η μοναδική εξαίρεση που εφάρμοσε προς όφελος των Ελληνικών πόλεων ήταν η απελευθέρωσή τους από το φόρο υποταγής.

Ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα της «απελευθερωτικής» πολιτικής του Μ.

Η επίθεση στην Τύρο το 332 π.Χ.

Αλεξάνδρου είναι το γεγονός ότι όταν κατέλαβε τις Σάρδεις της Λυδίας, στην αρχή ακόμη της εκστρατείας, «παραχώρησε στους κατοίκους το προνόμιο να έχουν τους αρχαίους νόμους της Λυδίας και τους επέτρεψε να είναι ελεύθεροι».[5] Την ίδια πολιτική εφάρμοσε και κατά την απελευθέρωση των πόλεων της Εφέσου, της Μιλήτου, της Αλικαρνασσού και των υπολοίπων πόλεων της Μ. Ασίας και της Φοινίκης. Η μοναδική εξαίρεση στην «απελευθερωτική» πολιτική του απέναντι στους κατακτημένους ήταν η συνολική σφαγή των κατοίκων της Τύρου, για λόγους που προαναφέρθηκαν.

Άλλη μία ιδιαιτερότητα στην υψηλή στρατηγική του Μ. Αλεξάνδρου (τρίτος πυλώνας) ήταν η «οικουμενική» πολιτική του. Η ικανότητά του δηλαδή να σκέφτεται και να πράττει ως οικουμενικός πολίτης και ηγέτης. Από την αρχή της εκστρατείας, αμέσως μετά τη μάχη του Γρανικού, όρισε το Μακεδόνα Κάλα, «σατράπη» της Φρυγίας, δίνοντάς του περσικό τίτλο και όχι ελληνικό ή μακεδονικό. Κατόπιν συνέχισε να διορίζει σατράπες σε επαρχίες που ήταν υπό την κυριαρχία του και γενικά διατήρησε την περσική οργάνωση, διαφοροποιώντας την όμως κατά περίπτωση και βελτιώνοντάς την.          Διαχώρισε την πολιτική, την οικονομική και τη στρατιωτική εξουσία ώστε η ισχύς να μη συγκεντρώνεται σε έναν και μόνο άνδρα. Την πολιτική εξουσία την ανέθετε συνήθως σε ντόπιους ηγεμόνες ώστε να εξασφαλίζεται η συγκατάβαση των πληθυσμών. Στις Σάρδεις, για παράδειγμα, έβαλε δικλίδες ασφάλειας στον διοικητικό μηχανισμό περιορίζοντας δραστικά τις εξουσίες του σατράπη που διόρισε, αφαιρώντας τον έλεγχο των οικονομικών, της φορολογίας και της στρατιωτικής διοίκησης. Οι στρατιωτικοί όμως διοικητές ήταν πάντα Έλληνες και την οικονομική εξουσία την κρατούσε ο ίδιος, παραχωρώντας μόνο την ευθύνη της συλλογής των φόρων στους τοπικούς οικονομικούς διαχειριστές.

Ακόμη μια έκφραση της «οικουμενικής» πολιτικής του ήταν η αποδοχή της διαφορετικότητας, η οποία άλλωστε είναι αναπόσπαστο κομμάτι της έννοιας του πολιτισμού. Αυτή εκφράσθηκε από την υιοθέτηση των εθίμων και των λατρευτικών συνηθειών του κάθε λαού της αυτοκρατορίας. Σεβάσθηκε τα περσικά, τα μηδικά και τα αιγυπτιακά έθιμα χωρίς όμως να έχει την απαίτηση να τα εφαρμόζουν και οι Έλληνες σύντροφοί του. Άφηνε τους πολιτισμούς και τα έθιμα των λαών που κατέκτησε να ανθίσουν μαζί με το μακεδονικό και τον ελληνικό πολιτισμό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται η κατάληψη της Αιγύπτου. Καθώς προέλαυνε στα εδάφη της χώρας των Φαραώ, πρόσεχε να μην προσβάλλει τις πνευματικές ευαισθησίες των Αιγυπτίων. Στη Μέμφιδα, το θρησκευτικό κέντρο της Αιγύπτου, έκανε θυσία στο θεό Άπι, καθώς και στη θεά Ίσιδα και στο θεό Ρα. Ο Αλέξανδρος φρόντισε να είναι η θυσία του σύμφωνη με τις ιεροτελεστίες και τα έθιμα των Αιγυπτίων. Μετά τη θυσία, οργάνωσε ιππικούς, γυμνικούς και μουσικούς αγώνες στους οποίους συμμετείχαν Έλληνες και Αιγύπτιοι. Η προσέγγιση του Αλέξανδρου ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη των Περσών που είχαν βεβηλώσει τους ναούς των Αιγυπτίων και τους είχαν προσβάλει με όποιον τρόπο μπορούσαν.

Η προαναφερθείσα «οικουμενική» πολιτική του χαρακτηρίστηκε από πολλούς συμπολεμιστές του, αλλά και μεταγενέστερους αναλυτές, ως φιλοπερσική. Κάτι τέτοιο όμως ήταν λανθασμένο, αφού το σύστημα διοίκησης που εφάρμοζε δεν ήταν πάντα το Περσικό. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από την περίπτωση της Αιγύπτου που το σύστημα διοίκησης προσαρμόστηκε στις ιδιαιτερότητες της περιοχής. Επίσης η ανάθεση των διοικητικών καθηκόντων γινόταν με γνώμονα την ικανότητα και την αρετή των υποψηφίων και όχι την καταγωγή τους. Όταν οι τοπικοί διοικητές, Έλληνες ή μη, πρόδιδαν την εμπιστοσύνη του δεν δίσταζε καθόλου να τους τιμωρήσει παραδειγματικά. Χαρακτηριστικό είναι ότι τη στιγμή του θανάτου του μόνο τρεις σατραπείες κατέχονταν από Πέρσες. Επίσης πολλοί Έλληνες διοικητές εκδιώχθηκαν και τιμωρήθηκαν όταν δεν φάνηκαν αντάξιοι της εμπιστοσύνης του. Η αποδοχή της διαφορετικότητας σε πολιτισμικό επίπεδο δεν είχε σκοπό να μειώσει τον Ελληνικό πολιτισμό και έθιμα αφού και αυτά τα σεβάστηκε με το παραπάνω.

Πόλεις, εμπόριο, νομισματικό σύστημα

Τέλος τα δύο ισχυρότερα εργαλεία της πολιτικής ικανότητος του Μ. Αλεξάνδρου ήταν οι πόλεις που έχτισε και το χρηματοοικονομικό σύστημα που εγκαινίασε. Αντιλήφθηκε ότι το εμπόριο εντός της αυτοκρατορίας του ήταν η μεγαλύτερη δύναμη ανάμειξης, επειδή έφερνε σε επαφή ανθρώπους κάθε είδους και μαζί με την ανταλλαγή αγαθών ερχόταν και η ανταλλαγή ιδεών. Οι πόλεις ήταν τα κέντρα του εμπορίου και, επειδή στο ανατολικό περσικό τμήμα της αυτοκρατορίας του ελάχιστες πόλεις υπήρχαν, η έλλειψη αυτή έπρεπε να καλυφθεί. Έχτισε πόλεις – τις Αλεξάνδρειες – στις μεγάλες εμπορικές οδούς. Ο Τarn τον αποκαλεί «έναν από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές πόλεων όλων των εποχών»[6] και πολλές από τις πόλεις του υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Ακριβώς για να καλλιεργήσει το εμπόριο, ο Αλέξανδρος αποκατέστησε θαλάσσιες επικοινωνίες μεταξύ Ινδίας και Περσίας και διέταξε την κατασκευή των μεγάλων λιμανιών και ναυπηγείων στη Βαβυλώνα και στα Πάταλα. Έκανε τον Τίγρη πιο πλωτό, βελτίωσε τα λιμάνια των Κλαζομενών και των Ερυθρών και σχεδίαζε μία «νέα Φοινίκη» στην ακτή του Περσικού κόλπου.

Προκειμένου τέλος να διευκολύνει την ανταλλαγή αγαθών, έφερε μία επανάσταση στα χρηματοοικονομικά. Λίγο μετά την κατάληψη του τεράστιου θησαυρού στην Περσέπολη ίδρυσε μία χρηματοοικονομική δημόσια υπηρεσία υπό τον Άρπαλο, τον αυτοκρατορικό του θησαυροφύλακα και τον διέταξε να μετατρέψει τα πολύτιμα μέταλλα σε νόμισμα και να το θέσει σε κυκλοφορία στις διάφορες σατραπείες, έτσι ώστε σταδιακά ο φόρος υποτέλειας που συλλεγόταν σε είδος να μπορέσει να αντικατασταθεί με πληρωμές σε νόμισμα. Αυτό το ενιαίο νόμισμα έδωσε έντονη ώθηση στο εμπόριο και μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα το νέο τετράδραχμο του Αλεξάνδρου θα αποκτούσε την ψηλότερη αξία μεταξύ των νομισμάτων του κόσμου.

 

Γιάννης Αγαπάκης

*Το κείμενο αποτελεί μέρος της εργασίας «Στρατηγική και ιστορικά διδάγματα των πολέμων του Μεγάλου Αλεξάνδρου«.

 


[1] J.F.C Fuller: «Η Ιδιοφυής Στρατηγική του Μεγάλου Αλεξάνδρου» σελ.175

[2] ΑΔΙΣΠΟ, «Σημειώσεις Στρατηγικής υπ’ αριθμ. 4» σελ. 2-3.

[3] ΑΔΙΣΠΟ, «Σημειώσεις Στρατηγικής υπ’ αριθμ. 1» σελ. 2.

[4]  J.F.C Fuller: «Η ιδιοφυής Στρατηγική του Μ. Αλέξανδρου» σελ. 160

[5] J.F.C Fuller: «Η ιδιοφυής Στρατηγική του Μ. Αλέξανδρου» σελ. 171.

[6] William Tarn: «Alexander the Great τόμος Ι», σελ.132